newlywed
Pronunciation
/ˈnuɫiˌwɛd/

Ορισμός και σημασία του "newlywed"στα αγγλικά

01

νεόνυμφος, πρόσφατα παντρεμένος

someone who has recently gotten married
newlywed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
newlyweds
Παραδείγματα
Everyone admired the newlyweds during the reception.
Όλοι θαύμαζαν τους νιόπαντρους κατά τη διάρκεια της υποδοχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store