newcomer
Pronunciation
/ˈnuˌkəmɝ/

Ορισμός και σημασία του "newcomer"στα αγγλικά

01

νέος άφιχθείς, νέος συμμετέχων

any new participant in some activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
newcomers
02

νέος άφιχθείς, πρωτάρης

a recent arrival
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store