neutron
neut
ˈnju:t
nyoot
ron
rɒn
ron
neuron

Ορισμός και σημασία του "neutron"στα αγγλικά

01

νετρόνιο, ουδέτερο σωματίδιο

a small particle with no charge present in atoms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
neutrons
Παραδείγματα
Neutrons act as "glue" in the nucleus, preventing proton repulsion. 

Τα νετρόνια λειτουργούν ως "κόλλα" στον πυρήνα, αποτρέποντας την απώθηση των πρωτονίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antineutron
neutron
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store