neutrality
neut
ˈnju:t
nyoot
ra
ræ
rā
li
lə
lē
ty
ti
ti
trivialitypartialitygeneralitymusicality

Ορισμός και σημασία του "neutrality"στα αγγλικά

01

ουδετερότητα, αμεροληψία

the state of not taking sides in a conflict or war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The country declared its neutrality during the conflict. 

Η χώρα κήρυξε την ουδετερότητά της κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

02

ουδετερότητα, ουδέτερο pH

pH value of 7 
03

ουδετερότητα, αμεροληψία

tolerance attributable to a lack of involvement 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

neutrality
neutral
neuter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store