neural
neu
ˈnjʊə
nyue
ral
rəl
rēl
neutral

Ορισμός και σημασία του "neural"στα αγγλικά

01

νευρικός, νευρωνικός

regarding neurons, which are the basic building blocks of the nervous system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The neural signals transmitted by the sensory neurons allow us to perceive and respond to our environment. 

Τα νευρικά σήματα που μεταδίδονται από τους αισθητήριους νευρώνες μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε και να αντιδρούμε στο περιβάλλον μας.

02

νευρικός, σχετικός με το νευρικό σύστημα

regarding the nervous system 
Παραδείγματα
The neurologist specializes in diagnosing and treating disorders of the neural system. 

Ο νευρολόγος ειδικεύεται στη διάγνωση και τη θεραπεία διαταραχών του νευρικού συστήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store