Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nettlesome
01
ενοχλητικός, προβληματικός
causing difficulties, problems, or annoyances
Dialect
American
Παραδείγματα
They faced a nettlesome challenge in fixing the faulty equipment.
Αντιμετώπισαν μια ενοχλητική πρόκληση στην επισκευή του ελαττωματικού εξοπλισμού.
02
ευερέθιστος, εύκολα ενοχλημένος
easily irritated, annoyed, or provoked
Παραδείγματα
The nettlesome child whined at the slightest discomfort.
Το ευέξαπτο παιδί γκρίνιαζε στο παραμικρό δυσφορία.



























