Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nettlesome
01
ενοχλητικός, προβληματικός
causing difficulties, problems, or annoyances
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nettlesome
συγκριτικός βαθμός
more nettlesome
διαβαθμίσιμο
02
ευερέθιστος, εύκολα ενοχλημένος
easily irritated, annoyed, or provoked



























