attempt
a
ə
α
ttempt
ˈtɛmpt
τεμπτ
/əˈtɛmpt/

Ορισμός και σημασία του "attempt"στα αγγλικά

to attempt
01

προσπαθώ, δοκιμάζω

to try to complete or do something difficult
Transitive: to attempt sth | to attempt to do sth
to attempt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attempt
γ΄ ενικό πρόσωπο
attempts
ενεστώτα μετοχή
attempting
απλός αόριστος
attempted
παθητική μετοχή
attempted
Παραδείγματα
The company has attempted various marketing strategies to boost sales.
Η εταιρεία έχει προσπαθήσει διάφορες στρατηγικές μάρκετινγκ για να ενισχύσει τις πωλήσεις.
01

προσπάθεια, απόπειρα

the action or endeavor of trying to complete a task or achieve a goal, often one that is challenging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attempts
Παραδείγματα
Despite several failed attempts, she never gave up on her dream of becoming an artist.
Παρά πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, δεν παράτησε ποτέ το όνειρό της να γίνει καλλιτέχνης.
02

προσπάθεια

the act of initiating an attack or assault against a person, group, or place
Παραδείγματα
The attempt to hijack the plane was met with resistance from the passengers.
Η προσπάθεια αεροπειρατείας του αεροπλάνου συναντήθηκε με αντίσταση από τους επιβάτες.
03

προσπάθεια, απόπειρα δολοφονίας

an effort made to take someone’s life, often unsuccessfully
Παραδείγματα
An attempt on her life led to increased security measures.
Μια απόπειρα στη ζωή της οδήγησε σε αυξημένα μέτρα ασφαλείας.

Λεξικό Δέντρο

attempted
attempter
attempt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store