Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attempt
01
προσπαθώ, δοκιμάζω
to try to complete or do something difficult
Transitive: to attempt sth | to attempt to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attempt
γ΄ ενικό πρόσωπο
attempts
ενεστώτα μετοχή
attempting
απλός αόριστος
attempted
παθητική μετοχή
attempted
Παραδείγματα
He attempts the challenging crossword puzzle every morning.
Προσπαθεί το επαγγελματικό σταυρόλεξο κάθε πρωί.
Attempt
01
προσπάθεια, απόπειρα
the action or endeavor of trying to complete a task or achieve a goal, often one that is challenging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attempts
Παραδείγματα
Her attempt to climb the mountain ended just shy of the summit.
Η προσπάθειά της να ανέβει το βουνό τελείωσε λίγο πριν από την κορυφή.
02
προσπάθεια
the act of initiating an attack or assault against a person, group, or place
Παραδείγματα
The failed attempt on the president's life led to heightened security measures.
Η αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του προέδρου οδήγησε σε ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας.
03
προσπάθεια, απόπειρα δολοφονίας
an effort made to take someone’s life, often unsuccessfully
Παραδείγματα
The police foiled an attempt on the senator's life.
Η αστυνομία απέτρεψε μια απόπειρα κατά της ζωής του γερουσιαστή.
Λεξικό Δέντρο
attempted
attempter
attempt



























