Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neighborhood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neighborhoods
Παραδείγματα
I grew up in a small, rural neighborhood outside the city.
Μεγάλωσα σε μια μικρή, αγροτική γειτονιά έξω από την πόλη.
1.1
γειτονιά, περιοχή
people who live in a particular district or area of a town or city
Παραδείγματα
It's nice to have a good relationship with your neighborhood.
Είναι ωραίο να έχεις καλή σχέση με τη γειτονιά σου.
1.2
γειτονιά, περιοχή
the area around someone, somewhere, or something
Παραδείγματα
He was hesitant to leave the neighborhood of London.
Δίσταζε να αφήσει τη γειτονιά του Λονδίνου.
02
γειτονιά, περιοχή
the approximate amount of something (usually used prepositionally as in `in the region of')
Παραδείγματα
The company's revenue for the quarter is in the neighborhood of $5 million.
Τα έσοδα της εταιρείας για το τρίμηνο είναι στην γειτονιά των 5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Λεξικό Δέντρο
neighborhood
neighbor



























