neighbor
neigh
ˈneɪ
nei
bor
belaborlaborcaber
neighbour

Ορισμός και σημασία του "neighbor"στα αγγλικά

01

γείτονας, γειτόνισσα

someone who is living next to us or somewhere very close to us 
neighbor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neighbors
Παραδείγματα
I noticed my neighbor's mailbox was overflowing, so I let them know. 

Παρατήρησα ότι το γραμματοκιβώτιο του γείτονά μου ξεχείλιζε, οπότε τους ενημέρωσα.

1.1

γείτονας, προσχώρος

a nearby object of the same kind 
to neighbor
01

γειτονεύω, εφάπτομαι

be located near or adjacent to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
neighbor
γ΄ ενικό πρόσωπο
neighbors
ενεστώτα μετοχή
neighboring
απλός αόριστος
neighbored
παθητική μετοχή
neighbored
02

γειτονεύω, ζω ως γείτονας

live or be located as a neighbor 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store