Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neighbor
01
γείτονας, γειτόνισσα
someone who is living next to us or somewhere very close to us
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neighbors
Παραδείγματα
The new neighbor has moved in next door with her three kids.
Ο νέος γείτονας μετακόμισε δίπλα με τα τρία παιδιά του.
1.1
γείτονας, προσχώρος
a nearby object of the same kind
to neighbor
01
γειτονεύω, εφάπτομαι
be located near or adjacent to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
neighbor
γ΄ ενικό πρόσωπο
neighbors
ενεστώτα μετοχή
neighboring
απλός αόριστος
neighbored
παθητική μετοχή
neighbored
02
γειτονεύω, ζω ως γείτονας
live or be located as a neighbor
Λεξικό Δέντρο
neighborhood
neighborly
neighbor



























