Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neigh
01
χλιμίντρισμα, ήχος του αλόγου
the high-pitched sound made by a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neighs
to neigh
01
χλιμιντρίζω
to make a high-pitched sound of a horse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
neigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
neighs
ενεστώτα μετοχή
neighing
απλός αόριστος
neighed
παθητική μετοχή
neighed



























