neigh
neigh
neɪ
νει
/nˈe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "neigh"στα αγγλικά

01

χλιμίντρισμα, ήχος του αλόγου

the high-pitched sound made by a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neighs
to neigh
01

χλιμιντρίζω

to make a high-pitched sound of a horse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
neigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
neighs
ενεστώτα μετοχή
neighing
απλός αόριστος
neighed
παθητική μετοχή
neighed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store