nebbish
ne
ˈnɛ
ne
bbish
bɪʃ
bish

Ορισμός και σημασία του "nebbish"στα αγγλικά

01

αδύναμος, δειλός

a weak, timid, or ineffectual person who lacks confidence or assertiveness 
nebbish definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nebbishes
Παραδείγματα
The nebbish stood in the corner the entire party without talking to anyone. 

Ο νέμπις στάθηκε στη γωνία όλο το πάρτι χωρίς να μιλήσει σε κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store