Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nebbish
01
αδύναμος, δειλός
a weak, timid, or ineffectual person who lacks confidence or assertiveness
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nebbishes
Παραδείγματα
The nebbish let his roommate walk all over him with rent and chores.
Ο nebbish άφησε τον συγκάτοικό του να τον πατάει με το ενοίκιο και τις δουλειές του σπιτιού.



























