neatness
neat
ˈnit
νιτ
ness
nəs
νασ
/nˈiːtnəs/

Ορισμός και σημασία του "neatness"στα αγγλικά

01

καθαρότητα, τάξη

the trait of being neat and orderly
neatness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καθαρότητα, τακτικότητα

the state of being neat and smart and trim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store