navigation
Pronunciation
/ˈnævəˈɡeɪʃən/, /ˌnævəˈɡeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "navigation"στα αγγλικά

01

πλοήγηση

the process or activity of planning and controlling the movement of a vehicle or vessel from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Astronauts undergo rigorous training in celestial navigation to ensure accurate positioning of the spacecraft during missions.
Οι αστροναύτες υποβάλλονται σε αυστηρή εκπαίδευση στην ουράνια πλοήγηση για να διασφαλίσουν την ακριβή τοποθέτηση του διαστημικού σκάφους κατά τις αποστολές.
02

ναυσιπλοΐα, εργασία ναυτικού

the work of a sailor
03

ναυσιπλοΐα, ναυτική κυκλοφορία

ship traffic

Λεξικό Δέντρο

navigational
navigation
navigate
navig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store