navigation
na
vi
vi
ga
ˈgeɪ
gei
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "navigation"στα αγγλικά

01

πλοήγηση

the process or activity of planning and controlling the movement of a vehicle or vessel from one place to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The navigation of the aircraft through turbulent weather required precise communication between the cockpit crew and air traffic control. 

Η πλοήγηση του αεροσκάφους μέσα σε τυρβώδεις καιρικές συνθήκες απαιτούσε ακριβή επικοινωνία μεταξύ του πληρώματος του πιλοτηρίου και του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.

02

ναυσιπλοΐα, εργασία ναυτικού

the work of a sailor 
03

ναυσιπλοΐα, ναυτική κυκλοφορία

ship traffic 

Λεξικό Δέντρο

navigational
navigation
navigate
navig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store