Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nave
01
ναός, κεντρικό κλίτος
the long and central part of a church where people sit to worship God
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
naves
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
naval
nave



























