Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nausea
01
ναυτία, αηδία
the feeling of discomfort in the stomach, often with the urge to vomit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After the surgery, it was normal for patients to report mild nausea.
Μετά την εγχείρηση, ήταν φυσιολογικό οι ασθενείς να αναφέρουν ήπια ναυτία.
02
ναυτία
feeling extremely disgusted to the point of physical sickness
Παραδείγματα
The smell of the rotten food brought on instant nausea, making it hard to stay in the room.
Η μυρωδιά του σάπιου φαγητού προκάλεσε άμεση ναυτία, καθιστώντας δύσκολο να μείνεις στο δωμάτιο.



























