natural resources
Pronunciation
/nˈætʃɚɹəl ɹɪsˈoːɹsᵻz/

Ορισμός και σημασία του "natural resources"στα αγγλικά

Natural resources
01

φυσικοί πόροι, πρώτες ύλες φυσικής προέλευσης

raw materials found in nature that are used by human beings
natural resources definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
natural resources
Παραδείγματα
Water is one of the most essential natural resources on the planet.
Το νερό είναι ένας από τους πιο απαραίτητους φυσικούς πόρους στον πλανήτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store