Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to natter
01
κουβεντιάζω, κουτσομπολεύω
to have a casual conversation, often involving gossip
Intransitive: to natter | to natter about sth
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
natter
γ΄ ενικό πρόσωπο
natters
ενεστώτα μετοχή
nattering
απλός αόριστος
nattered
παθητική μετοχή
nattered
Παραδείγματα
The friends sat on the porch, sipping lemonade, and began to natter about the latest trends in fashion and entertainment.
Οι φίλοι κάθισταν στο βεράντα, πίνοντας λεμονάδα, και άρχισαν να κουβεντιάζουν για τις τελευταίες τάσεις στη μόδα και την ψυχαγωγία.



























