Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Native land
01
πατρίδα, γενέτειρα
the country or region where a person was born or raised
Παραδείγματα
He always dreamed of seeing his native land one last time.
Πάντα ονειρευόταν να δει την πατρίδα του μια τελευταία φορά.
She left her native land as a child but still remembers it vividly.
Έφυγε από την πατρίδα της ως παιδί αλλά την θυμάται ακόμα ζωηρά.



























