native land
na
ˈneɪ
nei
tive
tɪv
tiv
land
lænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "native land"στα αγγλικά

01

πατρίδα, γενέτειρα

the country or region where a person was born or raised 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
native lands
Παραδείγματα
He always dreamed of seeing his native land one last time. 

Πάντα ονειρευόταν να δει την πατρίδα του μια τελευταία φορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store