Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nationwide
01
σε εθνικό επίπεδο, σε όλη τη χώρα
in a manner involving the entire nation or country
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new policy will be implemented nationwide to ensure consistency.
Η νέα πολιτική θα εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο για να διασφαλιστεί η συνέπεια.
nationwide
01
εθνικός, σε εθνικό επίπεδο
existing or occurring across a country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's nationwide advertising campaign reached consumers in every corner of the country.
Η εθνική διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας έφτασε στους καταναλωτές σε κάθε γωνιά της χώρας.
Λεξικό Δέντρο
nationwide
nation
wide



























