Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nationwide
01
σε εθνικό επίπεδο, σε όλη τη χώρα
in a manner involving the entire nation or country
Παραδείγματα
The educational initiative aims to improve literacy rates nationwide.
Η εκπαιδευτική πρωτοβουλία στοχεύει στη βελτίωση των ποσοστών αλφαβητισμού σε εθνικό επίπεδο.
nationwide
01
εθνικός, σε εθνικό επίπεδο
existing or occurring across a country
Παραδείγματα
The nationwide ban on smoking in public places improved air quality and public health.
Η εθνική απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους βελτίωσε την ποιότητα του αέρα και τη δημόσια υγεία.
Λεξικό Δέντρο
nationwide
nation
wide



























