Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nasal
01
ρινικός, σχετικός με τη μύτη
(anatomy) connected with the nose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Nasal irrigation with saline solution can help alleviate symptoms of sinusitis.
Η ρινική άρδευση με ορός αλατιού μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων της ιγμορίτιδας.
02
ρινικός
(phonetics) (of a speech sound) pronounced from the nose while the mouth is fully closed
Nasal
01
ρινικό οστό, ρινικός
a bony structure with an elongated rectangular shape that constitutes the nasal bridge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nasals
02
ρινικός, ρινικό σύμφωνο
(phonetics) a consonant that is pronounced by resonating the nose with the mouth fully closed
Λεξικό Δέντρο
nasality
nasalize
nasally
nasal
nose



























