nanna
nanna
'nænə
nānē
cannasantacabanabanana

Ορισμός και σημασία του "nanna"στα αγγλικά

01

γιαγιά, γιαγιάκα

the mother of your father or mother 
nanna definition and meaning
02

νάννα, σύζυγος του Μπάλντερ

(Norse mythology) wife of Balder 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
Nannas
θηλυκό ενικό
Nanna
03

νάννα, θεός της Σελήνης; αντίστοιχος του ακκαδικού Σιν

god of the Moon; counterpart of the Akkadian Sin 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store