nancy
nan
ˈnæn
nān
cy
si
si
fancychancyfianceepyromancy
Nance

Ορισμός και σημασία του "Nancy"στα αγγλικά

01

πουστης, αδελφή

a gay man, especially one perceived as effeminate 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
nances
neutral form
gay man
Παραδείγματα
He was beaten after being called a nance outside the bar. 

Χτυπήθηκε αφού τον αποκάλεσαν πουστάρα έξω από το μπαρ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store