Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naively
Παραδείγματα
He naively lent money to someone he barely knew.
Αυτός αφελώς δάνεισε χρήματα σε κάποιον που μόλις γνώριζε.
Λεξικό Δέντρο
naively
naive
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Λεξικό Δέντρο