Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Naemorhedus goral
01
γκοράλ, μικρή αντιλόπη κατσίκας με μικρά κωνικά κέρατα; από τα βουνά της νότιας Ασίας
small goat antelope with small conical horns; of southern Asian mountains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gorals



























