Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mysteriously
01
μυστηριακά, με μυστηριώδη τρόπο
in a manner that is not easy to explain or understand
Παραδείγματα
The sound echoed mysteriously through the empty hall.
Ο ήχος αντηχήθηκε μυστηριωδώς μέσα από την άδεια αίθουσα.
Λεξικό Δέντρο
mysteriously
mysterious
mystery



























