myopia
myo
ˈmaɪoʊ
μαιου
pia
piə
πια
/ma‍ɪˈə‍ʊpi‍ə/

Ορισμός και σημασία του "myopia"στα αγγλικά

01

μυωπία

an eye condition in which one is not able to see distant objects clearly
Παραδείγματα
His myopia prevented him from enjoying long-distance sports like soccer and tennis.
Η μυωπία του τον εμπόδισε να απολαύσει αθλήματα μεγάλων αποστάσεων όπως το ποδόσφαιρο και η αντισφαίριση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store