Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mutiny
01
ανταρσία, επανάσταση
a bold uprising by a group, often soldiers or sailors, against their leaders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mutinies
Παραδείγματα
After months at sea with no sight of land, there were signs of a mutiny among the sailors.
Μετά από μήνες στη θάλασσα χωρίς θέα της ξηράς, υπήρχαν σημάδια ανταρσίας ανάμεσα στους ναύτες.
to mutiny
01
στασιάζω, επαναστατώ
engage in a mutiny against an authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutiny
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutinies
ενεστώτα μετοχή
mutinying
απλός αόριστος
mutinied
παθητική μετοχή
mutinied



























