musicology
mu
ˌmju:
myoo
si
zɪ
zi
co
ˈkɒ
ko
lo
lə
lē
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "musicology"στα αγγλικά

01

μουσικολογία, επιστημονική μελέτη της μουσικής

the scholarly study of music, encompassing its history, theory, cultural context, and performance practices 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Musicology delves into the historical development of musical genres, exploring how they have evolved over time. 

Η μουσικολογία εμβαθύνει στην ιστορική ανάπτυξη των μουσικών ειδών, εξερευνώντας πώς έχουν εξελιχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

musicologist
musicology
musico
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store