musher
mu
ˈmʌ
ma
sher
ʃə
shē
mustermashermuser

Ορισμός και σημασία του "musher"στα αγγλικά

01

οδηγός έλκηθρου με σκύλους, μασέρ

a person who drives a dog sled, guiding a team of sled dogs across snow or ice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mushers
Παραδείγματα
The musher prepared his sled dogs for the long journey ahead. 

Ο μασέρ προετοίμασε τα σκυλιά του για το μακρύ ταξίδι που τους περίμενε.

Λεξικό Δέντρο

musher
mush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store