Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mush
01
ένα ταξίδι με έλκηθρο σκύλων, μια διαδρομή με έλκηθρο που τραβούν σκύλοι
a journey by dogsled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mushes
02
γλυκανάλατος, συναισθηματισμός
writing or music that is excessively sweet and sentimental
03
κουκουρόχυτος, πολέντα
cornmeal boiled in water
04
χυλός, μαλακή μάζα
a soft, wet, or pulpy mass with little definite shape
to mush
01
ταξιδεύω με έλκηθρο σκύλων, κινουμαι με έλκηθρο σκύλων
travel with a dogsled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
mush
γ΄ ενικό πρόσωπο
mushes
ενεστώτα μετοχή
mushing
απλός αόριστος
mushed
παθητική μετοχή
mushed
02
οδηγώ (μια ομάδα σκύλων ή ένα έλκηθρο σκύλων), κατευθύνω (μια αγέλη σκύλων ή ένα έλκηθρο)
drive (a team of dogs or a dogsled)
mush
01
Μας, ομάδα! Πάμε.
used to instruct sled dogs to start pulling or to increase their pace while pulling a sled
Παραδείγματα
Mush, team! Let's get going.
Μας, ομάδα! Πάμε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mushy
mush



























