Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Museum
01
μουσειο
a place where important cultural, artistic, historical, or scientific objects are kept and shown to the public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
museums
Παραδείγματα
She was inspired by the paintings and sculptures created by renowned artists in the museum.
Εμπνεύστηκε από τους πίνακες και τα γλυπτά που δημιούργησαν διάσημοι καλλιτέχνες στο μουσείο.



























