Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muscle
01
μυς
a piece of body tissue that is made tight or relaxed when we want to move a particular part of our body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muscles
Παραδείγματα
The weightlifter 's strong muscles helped him lift heavy weights.
Οι δυνατοί μύες του αρσιβαρίστα τον βοήθησαν να σηκώσει βαριά βάρη.
02
μυς, μυϊκός ιστός
animal tissue consisting predominantly of contractile cells
03
μυς, μυϊκή δύναμη
possessing muscular strength
04
εξουσία, δύναμη
authority or power or force (especially when used in a coercive way)
05
μπράβος, σωματοφύλακας
a bully employed as a thug or bodyguard
to muscle
01
ανοίγω δρόμο με τη βία, προωθούμαι με τη βία
make one's way by force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
muscle
γ΄ ενικό πρόσωπο
muscles
ενεστώτα μετοχή
muscling
απλός αόριστος
muscled
παθητική μετοχή
muscled



























