murphy
mur
ˈmɜ:
μερ
phy
fi
φι

Ορισμός και σημασία του "murphy"στα αγγλικά

01

πατάτα, γηίδαπας

an edible tuber native to South America; a staple food of Ireland 
murphy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
murphies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store