murderess
murderess
'mɜ:dərəs
mēdērēs
murderous

Ορισμός και σημασία του "murderess"στα αγγλικά

01

δολοφόνος (γυναίκα), γυναίκα δολοφόνος

a woman who has killed someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
murderesses
Παραδείγματα
The murderess was caught by the police. 

Η δολοφόνος συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store