Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Munition
01
πυρομαχικά
weapons considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
munitions
02
οχύρωση
defensive structure consisting of walls or mounds built around a stronghold to strengthen it
03
πυρομαχικά
weapons and ammunition used for military or defense purposes, including firearms, bombs, grenades, and missiles
Παραδείγματα
The soldiers loaded ammunition onto the transport truck for deployment.
Οι στρατιώτες φόρτωσαν πυρομαχικά στο μεταφορικό φορτηγό για ανάπτυξη.
to munition
01
εφοδιάζω με όπλα, προμηθεύω με πυρομαχικά
supply with weapons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
munition
γ΄ ενικό πρόσωπο
munitions
ενεστώτα μετοχή
munitioning
απλός αόριστος
munitioned
παθητική μετοχή
munitioned



























