munition
mu
mju
μγου
ni
ˈnɪ
νι
tion
ʃən
σαν
/mjuːnˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "munition"στα αγγλικά

01

πυρομαχικά

weapons considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

οχύρωση

defensive structure consisting of walls or mounds built around a stronghold to strengthen it
03

πυρομαχικά

weapons and ammunition used for military or defense purposes, including firearms, bombs, grenades, and missiles
Παραδείγματα
The storage facility housed various types of ammunition, carefully monitored for safety.
Η εγκατάσταση αποθήκευσης φιλοξενούσε διάφορα είδη πυρομαχικών, τα οποία παρακολουθούνταν προσεκτικά για λόγους ασφαλείας.
to munition
01

εφοδιάζω με όπλα, προμηθεύω με πυρομαχικά

supply with weapons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
munition
γ΄ ενικό πρόσωπο
munitions
ενεστώτα μετοχή
munitioning
απλός αόριστος
munitioned
παθητική μετοχή
munitioned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store