municipality
mu
mju:
myoo
ni
ˌnɪ
ni
ci
si
pa
ˈpæ
li
ty
ti
ti
congenialityuniversalitypracticalitycommonality

Ορισμός και σημασία του "municipality"στα αγγλικά

01

δήμος, δημοτική αρχή

the governing body of a town or city 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
municipalities
Παραδείγματα
The municipality approved a budget for road repairs. 

Ο δήμος εγκρίνει έναν προϋπολογισμό για επισκευές δρόμων.

02

δήμος, δημοτική αρχή

a city or town that functions as a self-governing administrative unit 
Παραδείγματα
The municipality of Riverton includes several surrounding villages. 

Ο δήμος του Ρίβερτον περιλαμβάνει πολλά γύρω χωριά.

Λεξικό Δέντρο

municipality
municipal
municip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store