Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Municipality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
municipalities
Παραδείγματα
The municipality approved a budget for road repairs.
Ο δήμος εγκρίνει έναν προϋπολογισμό για επισκευές δρόμων.
02
δήμος, δημοτική αρχή
a city or town that functions as a self-governing administrative unit
Παραδείγματα
The municipality of Riverton includes several surrounding villages.
Ο δήμος του Ρίβερτον περιλαμβάνει πολλά γύρω χωριά.
Λεξικό Δέντρο
municipality
municipal
municip



























