multiplicity
mul
ˌmʌl
mal
tip
ˈtɪp
tip
li
li
ci
si
ty
ti
ti
authenticitysynchronicityelectricityduplicity

Ορισμός και σημασία του "multiplicity"στα αγγλικά

01

πολλαπλότητα, πληθώρα

a great number 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multiplicities
Παραδείγματα
The multiplicity of options made it difficult to choose the best one. 

Η πολλαπλότητα των επιλογών έκανε δύσκολη την επιλογή της καλύτερης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

multiplicity
multiple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store