Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multiplex
01
multiplex, συγκρότημα πολλαπλών αίθουσων
a complex that contains several separate rooms with screens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multiplexes
02
πολυπλέκτης, πολυπλεξία
communicates two or more signals over a common channel
multiplex
01
πολυμερής, πολύπλοκος
having many parts or aspects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most multiplex
συγκριτικός βαθμός
more multiplex
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
complexity, structure, systems
02
πολυπλεξικός, πολλαπλός
any of various termites that live in and feed on dry wood that is not connected with the soil
03
πολλαπλός, ποικίλος
many and varied; having many features or forms
LanGeek



























