Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multi-ethnic
01
πολυεθνικός, πολυεθνοτικός
involving or including several different ethnic groups
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The neighborhood has a multi-ethnic mix of residents.
Η γειτονιά έχει ένα πολυεθνικό μείγμα κατοίκων.



























