Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mull over
[phrase form: mull]
01
σκέφτομαι προσεκτικά, αναλογίζομαι
to think carefully about something for a long time
Transitive: to mull over a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
mull
ενεστώτας
mull over
γ΄ ενικό πρόσωπο
mulls over
ενεστώτα μετοχή
mulling over
απλός αόριστος
mulled over
παθητική μετοχή
mulled over
Παραδείγματα
I'm going to mull it over and get back to you tomorrow.
Θα το σκφφτώ και θα σου απαντήσω αύριο.



























