mull over
mull
ˈmʌl
μαλ
o
ου
ver
vər
βαρ
/mˈʌl ˈəʊvə/

Ορισμός και σημασία του "mull over"στα αγγλικά

to mull over
[phrase form: mull]
01

σκέφτομαι προσεκτικά, αναλογίζομαι

to think carefully about something for a long time
Transitive: to mull over a subject
to mull over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
mull
ενεστώτας
mull over
γ΄ ενικό πρόσωπο
mulls over
ενεστώτα μετοχή
mulling over
απλός αόριστος
mulled over
παθητική μετοχή
mulled over
Παραδείγματα
I'm going to mull it over and get back to you tomorrow.
Θα το σκφφτώ και θα σου απαντήσω αύριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store