Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mull over
01
σκέφτομαι προσεκτικά, αναλογίζομαι
to think carefully about something for a long time
Transitive: to mull over a subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
mull
ενεστώτας
mull over
γ΄ ενικό πρόσωπο
mulls over
ενεστώτα μετοχή
mulling over
απλός αόριστος
mulled over
παθητική μετοχή
mulled over
Παραδείγματα
I need to mull over my options before I make a decision.
Πρέπει να σκεφτώ προσεκτικά τις επιλογές μου πριν πάρω μια απόφαση.



























