Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mulct
01
πρόστιμο, οικονομική ποινή
a fine or financial penalty imposed as punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mulcts
Παραδείγματα
The court ordered a heavy mulct for the company's illegal activities.
Το δικαστήριο επέβαλε ένα βαριά πρόστιμο για τις παράνομες δραστηριότητες της εταιρείας.
to mulct
01
επιβάλλω πρόστιμο σε, καταδικάζω σε πρόστιμο
impose a fine on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mulct
γ΄ ενικό πρόσωπο
mulcts
ενεστώτα μετοχή
mulcting
απλός αόριστος
mulcted
παθητική μετοχή
mulcted
02
εξαπατώ, αποσπώ με απάτη
to use deception to obtain someone's money or goods
Παραδείγματα
The con artist mulcted the elderly woman out of her life savings.
Ο απατεώνας εξαπάτησε τη ηλικιωμένη γυναίκα από τις οικονομίες της ζωής της.



























