mugging
Pronunciation
/ˈməɡɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "mugging"στα αγγλικά

01

ληστεία, ξυλοδαρμός για κλοπή χρημάτων

the act of threatening someone or beating them in order to gain some money
mugging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muggings
Παραδείγματα
The mugging left him without his wallet and phone.
Η ληστεία τον άφησε χωρίς πορτοφόλι και τηλέφωνο.

Λεξικό Δέντρο

mugging
mug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store