mugging
mu
ˈmʌ
ma
gging
gɪng
ging
huggingdrugging

Ορισμός και σημασία του "mugging"στα αγγλικά

01

ληστεία, ξυλοδαρμός για κλοπή χρημάτων

the act of threatening someone or beating them in order to gain some money 
mugging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muggings
Παραδείγματα
He reported the mugging to the police immediately. 

Αναφέρθηκε η ληστεία στην αστυνομία αμέσως.

Λεξικό Δέντρο

mugging
mug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store