Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mugging
01
ληστεία, ξυλοδαρμός για κλοπή χρημάτων
the act of threatening someone or beating them in order to gain some money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muggings
Παραδείγματα
The mugging left him without his wallet and phone.
Η ληστεία τον άφησε χωρίς πορτοφόλι και τηλέφωνο.



























