muffler
muff
ˈmʌf
μαφ
ler
λα

Ορισμός και σημασία του "muffler"στα αγγλικά

01

σιγαστήρας, σαλιάρι

a device that reduces noise from the exhaust system 
muffler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mufflers
Παραδείγματα
The muffler had a hole and was making a loud noise. 

Ο σιγαστήρας είχε μια τρύπα και έκανε δυνατό θόρυβο.

02

κασκόλ, φουλάρι

a scarf worn around the neck 
03

σιγαστήρας, αποσβεστήρας

a device that decreases the amplitude of electronic, mechanical, acoustical, or aerodynamic oscillations 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

muffler
muffle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store