Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muddiness
01
σύγχυση, διανοητική αταξία
a mental state characterized by a lack of clear and orderly thought and behavior
02
θολότητα, αδιαφάνεια
the quality of being cloudy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
λάσπη, βούρκος
the wetness of ground that is covered or soaked with water
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
muddiness
muddy
mud



























