movable
mo
ˈmu:
moo
vable
vəbl
vēbl
moveable

Ορισμός και σημασία του "movable"στα αγγλικά

01

κινητός, μετακινήσιμος

having the ability to be easily moved or shifted from one place to another 
movable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most movable
συγκριτικός βαθμός
more movable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movable bookshelf allowed for flexible arrangement of the living room. 

Ο κινητός βιβλιοστάτης επέτρεψε την ευέλικτη διάταξη του καθιστικού.

02

κινητός, μεταφερόμενος

(of personal property as opposed to real estate) can be moved from place to place (especially carried by hand) 
01

κινητή περιουσία

personal as opposed to real property; any tangible movable property (furniture or domestic animals or a car etc) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
movables

Λεξικό Δέντρο

immovable
movability
movableness
movable
move
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store