Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mouths
Παραδείγματα
He chewed his food with his mouth closed, showing good manners.
Μάσησε το φαγητό του με κλειστό στόμα, δείχνοντας καλούς τρόπους.
02
στόμα, μούρη
the externally visible part of the oral cavity on the face and the system of organs surrounding the opening
03
εκβολή, στόμιο
the place where a river or stream flows into a larger body of water
Παραδείγματα
The river's mouth opens into the sea.
Το στόμιο του ποταμού ανοίγει στη θάλασσα.
04
στόμα, είσοδος
an opening that resembles a mouth (as of a cave or a gorge)
05
στόμα, ράμφος
a person conceived as a consumer of food
06
άνοιγμα, στόμιο
the opening of a jar or bottle
07
αναιδής απάντηση, αδιακρισία
an impudent or insolent rejoinder
08
εκπρόσωπος, δικηγόρος
a spokesperson (as a lawyer)
to mouth
01
αρθρώνω
to form words and articulate sounds with the lips and tongue in order to communicate verbally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mouth
γ΄ ενικό πρόσωπο
mouths
ενεστώτα μετοχή
mouthing
απλός αόριστος
mouthed
παθητική μετοχή
mouthed
Παραδείγματα
She mouthed the words softly so only he could hear.
Αυτή αρθρώνει τις λέξεις απαλά έτσι ώστε μόνο αυτός να μπορεί να ακούσει.
02
αρθρώνω αθόρυβα, σχηματίζω λέξεις με τα χείλη
articulate silently; form words with the lips only
03
αγγίζω με το στόμα, αγγίζω με τα χείλη
touch with the mouth
Λεξικό Δέντρο
mouthless
mouthlike
mouthy
mouth



























