Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mourn
01
θρηνώ, είμαι σε πένθος
to feel deeply sad usually due to someone's death
Transitive: to mourn a person or their death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mourn
γ΄ ενικό πρόσωπο
mourns
ενεστώτα μετοχή
mourning
απλός αόριστος
mourned
παθητική μετοχή
mourned
Παραδείγματα
Friends and family supported each other as they mourned the sudden loss.
Φίλοι και οικογένεια υποστήριξαν ο ένας τον άλλον καθώς θρηνούσαν την ξαφνική απώλεια.
02
θρηνούν, πενθούν
to experience sorrow or sadness due to the loss, absence, or end of something significant
Transitive: to mourn an event
Παραδείγματα
He mourned the loss of his job, struggling to find a new path forward.
Θρήνησε την απώλεια της δουλειάς του, παλεύοντας να βρει ένα νέο μονοπάτι προς τα εμπρός.
Λεξικό Δέντρο
mourner
mournful
mourning
mourn



























