Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mourn
01
θρηνώ, είμαι σε πένθος
to feel deeply sad usually due to someone's death
Transitive: to mourn a person or their death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mourn
γ΄ ενικό πρόσωπο
mourns
ενεστώτα μετοχή
mourning
απλός αόριστος
mourned
παθητική μετοχή
mourned
Παραδείγματα
The community came together to mourn beloved elder.
Η κοινότητα συγκεντρώθηκε για να θρηνήσει τον αγαπημένο γέροντα.
02
θρηνούν, πενθούν
to experience sorrow or sadness due to the loss, absence, or end of something significant
Transitive: to mourn an event
Παραδείγματα
They mourned the closure of the local bookstore, which had been a community hub.
Θρήνησαν το κλείσιμο της τοπικής βιβλιοθήκης, που ήταν κέντρο της κοινότητας.
Λεξικό Δέντρο
mourner
mournful
mourning
mourn



























