Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mounting
01
υποστήριξη, πλαίσιο
framework used for support or display
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mountings
02
ανάβαση, αύξηση
an event that involves rising to a higher point (as in altitude or temperature or intensity etc.)
mounting
01
αυξανόμενος, ανερχόμενος
increasing or rising steadily, often to a notable or concerning level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mounting
συγκριτικός βαθμός
more mounting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They faced mounting challenges as they expanded their business overseas.
Αντιμετώπισαν αυξανόμενες προκλήσεις καθώς επέκτειναν την επιχείρησή τους στο εξωτερικό.
Λεξικό Δέντρο
mounting
mount



























