Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mounting
01
υποστήριξη, πλαίσιο
framework used for support or display
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mountings
02
ανάβαση, αύξηση
an event that involves rising to a higher point (as in altitude or temperature or intensity etc.)
mounting
01
αυξανόμενος, ανερχόμενος
increasing or rising steadily, often to a notable or concerning level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mounting
συγκριτικός βαθμός
more mounting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intensity, change, situation
Παραδείγματα
The mounting pressure on the government led to new policy changes.
Η αυξανόμενη πίεση στην κυβέρνηση οδήγησε σε νέες αλλαγές πολιτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mounting
mount



























